Φυσικοθεραπευτική προσέγγιση παγωμένου ώμου


   Ο παγωμένος ώμος ή αλλιώς συμφυτική θηλακίτιδα είναι κατάσταση αγνώστου αιτιολογίας που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη φλεγμονής και κατ΄επέκταση του περιορισμόυ των κινήσεων του ώμου σε όλους τους άξονες της κίνησης. Εξου και το όνομά του. Επηρεάζει κυρίως γυναίκες άνω των 40.
   Αναλυτικότερα, η κάψα της άρθρωσης φλεγμαίνει και γίνεται δύσκαμπτη. Η φλεγμονή προκαλεί συμφύσεις μεταξύ των αρθρικών επιφανειών και μείωση του αρθρικού υγρού. Κλινικά, ο παγωμένος ώμος που μοιάζει με την περιαρθρίτιδα του ώμου, οδηγεί σε σημαντική και σοβαρή λειτουργική ανεπάρκεια της άρθρωσης του ώμου, προκαλώντας πόνο, μείωση του εύρους των κινήσεων και μυϊκή ατροφία. 
   Διαγνωστικά, υπάρχει δυσκολία στην εκτίμηση του προβλήματος καθώς πολλές παθολογικές καταστάσεις στον ώμο έχουν παρόμοια συμπτώματα και επιβαρυντικούς παράγοντες και είναι πολύ σημαντικό να διαπιστωθεί εάν τα προβλήματα προέρχονται από την άρθρωση ή από έξω-αρθρικούς παράγοντες δηλαδή από κάποιο μυ, τένοντα ή θύλακο. Κατά την κλινική αξιολόγηση, ελέγχονται ενεργητικά και κυρίως παθητικά οι κινήσεις του ώμου για να διαπιστωθεί το εύρος τροχιάς της άρθρωσης, παρατηρείται η διάταξη της άρθρωσης, ελέγχεται η μυϊκή ισχύς και μέσω ψηλάφησης εντοπίζονται περιοχές ευαισθησίας. 
   Η πάθηση εάν αφεθεί χωρίς θεραπεία έχει 3 στάδια και μπορεί να πάρει εώς και 2 χρόνια μέχρι να αποκατασταθεί. Στο αρχικό στάδιο, παρατηρείται οξύς πόνος και περιορισμός της κινητικότητας του ώμου. Στο δεύτερο στάδιο, ο πολύς πόνος υποχωρεί αλλά παρατηρείται έντονη δυσκαμψία. Στο τελευταίο στάδιο, σταδιακά λύνεται η δυσκαμψία και επαναφέρεται η φυσιολογική κίνηση χωρίς παρουσία πόνου. Δυστυχώς υπάρχουν και σπάνιες περιπτώσεις ηλικιωμένων κυρίως ατόμων που δεν αποφεύγουν τη χρόνια δυσκινησία.
   Εάν γίνουν θεραπευτικές παρεμβάσεις, τότε τα στάδια βραχύνονται χρονικά και έχουμε θεαματική βελτίωση του πόνου και της κινητικότητας. Σημαντικός παράγοντας για την εξέλιξη της νόσου είναι η κατάσταση του Υπερακανθίου Τένοντος. Τα περιστατικά με πλήρη ρήξη του Υπερακανθίου δεν αποκαθίστανται ποτέ, και γι αυτό χρειάζονται εγχείρηση.



   Στην οξεία φάση της φλεγμονής  που παρατηρείται πόνος που εντείνεται τις νυχτερινές ώρες και μυϊκός σπασμός,  ο φυσικοθεραπευτής  εστιάζει στην μείωση του πόνου χρησιμοποιώντας αναλγητικά ρεύματα αισθητικού ερεθισμού όπως το tens. Πολύ χρήσιμη είναι και η ιοντοφόρεση κατά την οποία φορτισμένα ιόντα κάποιας φαρμακευτικής αντιφλεγμονώδους ουσίας διεισδούν μέσω του δέρματος στην άρθρωση χάρη στη χρήση κάποιου συνεχούς ρεύματος. Παράλληλα, ο θεραπευτής τοποθετεί ψυχρά επιθέματα και χρησιμοποιεί ήπιες μαλάξεις. Κινησιοθεραπευτικά, ο στόχος του θεραπευτή είναι η διατήρηση της ακεραιότητας και της κινητικότητας του μαλακού ιστού της άρθρωσης και των συσχετιζόμενων περιοχών. Η πρώιμη κινητοποίηση μικρής έντασης τουλάχιστον στα ανώδυνα σημεία της άρθρωσης κρίνεται απαραίτητη.  Μερικοί ασθενείς δεν ανέχονται καμία απολύτως κίνηση στην άρθρωση τις πρώτες ώρες ή ημέρες αλλά ακόμη και η κινητοποίηση μερικών μοίρών έστω παθητικά είναι ευεργετική. Ο λόγος είναι ότι η τέλεια ακινητοποίηση σ΄αυτό το σημείο μπορεί να οδηγήσει σε συμφύσεις των αναπτυσσόμενων ινιδίων στους παρακείμενους αναπτυσσόμενους ιστούς και αδυναμία του συνδετικού ιστού.

Υποβοηθούμενες ενεργήτικες με τη βοήθεια του φυσικοθεραπευτή κατά το υποξύ στάδιο

   Στην υποξεία φάση της φλεγμονής, ο πόνος περιορίζεται κυρίως στο τέλος του διαθέσιμου εύρους κίνησης αλλά παρατηρείται η ανάπτυξη βραχύνσεων στο μαλακό ιστό και η ανάπτυξη μυϊκής αδυναμίας λόγω της περιορισμένης χρήσης. Γι΄αυτό, στόχοι του φυσικοθεραπευτή είναι η βαθμιαία αποκατάσταση της κινητικότητας της άρθρωσης και η βαθμιαία ενδυνάμωση των μυών της ωμικής ζώνης. Σε αυτή τη φάση, ο ασθενής ξεκινά από υποβοηθούμενες ενεργητικές κινήσεις στα όρια του πόνου. Ο θεραπευτής εφαρμόζει mobilization για να αυξήσει την ενδοαρθρική κίνηση, διατάσεις και εγκάρσιες μαλάξεις. Για την ενδυνάμωση, αρχικά εκτελούνται ισομετρικές ασκήσεις από διάφορες γωνίες ανάλογα με τις αντοχές του ασθενούς και ασκήσεις κλειστής κινητικής αλυσίδας και στη συνέχεια προστίθονται PNF και πλειομετρικές ασκήσεις. Για την εξάλειψη του πόνου, εφαρμόζονται tens και ιοντοφόρεση ενώ προστίθονται μέσα θερμοθεραπείας όπως ο υπέρηχος και η λάμπα υπέρυθρης ακτινοβολίας.
   Κατά το χρόνιο στάδιο, ο πόνος εμφανίζεται μόνο όταν αναπτύσσεται τάση σε δομές που παρουσιάζουν δυσλειτουργία. Βραχύνσεις ή συμφύσεις των μαλακών ιστών και της άρθρωσης περιορίζουν το φυσιολογικό εύρος κίνησης ή την ενδοαρθρική κίνηση. Εξακολουθεί να υφίσταται η μυϊκη αδυναμία και γενικότερα, υφίσταται μειωμένη λειτουργική χρήση της ωμικής ζώνης. Γι΄αυτό, ο φυσικοθεραπευτής προτείνει στον ασθενή διατάσεις για να λυθούν οι βραχύνσεις και ασκήσεις πλειομετρικές και μειομετρικές, ανοιχτής και κλειστής κινητικής αλυσίδας, κατά τις οποίες αυξάνει σταδιακά η ταχύτητα, η ένταση, ο ρυθμός, η διάρκεια και η πολυπλοκότητα.
   Σε κάθε στάδιο, ο θεραπευτής ενημερώνει για την πορεία και τους στόχους τον ασθενή, τον εκπαιδεύει και του δίνει οδηγίες σχετικά με το πρόγραμμα αποκατάστασης και τις επιτρεπτές καθημερινές δραστηριότητες.
  Να σημειωθεί ότι στην οξεία φάση παράλληλα με τα προαναφερθέντα γίνεται χρήση αντιφλεγμονωδών φαρμάκων από το στόμα. Στατιστικά αναφέρεται ότι βελτιώνουν τον πόνο στον ύπνο κατά τις κινήσεις αλλά όχι τον πόνο κατά τις κινήσεις ή κατά τη διάρκεια της ανάπαυσης, ούτε σαφώς συνεισφέρουν στην αποκατάσταση της κινητικότητας.
 Επίσης, στο υποξύ στάδιο, μπορεί να γίνει έγχυση μείγματος κορτικοστεροειδούς και τοπικού αναισθητικού στο τενόντιο πέταλο του ώμου που μπορεί να οδηγήσει μέσα σε λίγες ημέρες στην υποχώρηση του νυχτερινού πόνου. Μια άλλη τεχνική είναι η έγχυση κρυσταλλοειδούς διαλύματος στεροειδούς στο τενόντιο πέταλο που αυξάνει την κινητικότητα.
   Η αποκατάσταση και η θεραπεία ενός ασθενούς ο οποίος πάσχει από την πάθηση του παγωμένου ώμου είναι μια αρκετά δύσκολη περίπτωση. Παρόλα αυτά, η πρώιμη αντιμετώπιση με συνδυασμό των θεραπευτικών μεθόδων και την παράλληλη παρακίνηση και ενεργή συμμετοχή του ασθενούς στο πρόγραμμα αποκατάστασης είναι πολύ βασικά στοιχεία.
  Μέσα από στοιχεία βιβλιογραφίας και όσων προκύπτουν από συνεχείς έρευνες προκύπτει ότι αποκατάσταση πλήρους εύρους ή σχεδόν πλήρους εύρους τροχιά αναφέρθηκε στο 60 - 80 % των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με συνδυασμό θεραπευτικών μεθόδων.Κάποια
απώλεια κινητικότητας μπορεί να δούμε σε ηλικιωμένους ασθενείς, αυτή όμως είναι στο πλαίσιο του “φυσιολογικού” για την ηλικία. Όπως επίσης έχει αποδειχθεί σε έρευνες, οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και ρευματοειδή αρθρίτιδα εμφανίζουν την πτωχότερη πρόγνωση.



Πηγές:
-Κοτζαηλίας Δ., Παθήσεις Μυοσκελετικού Συστήματος, Θεσσαλονίκη 2004
-Χατζημπούγιας Δρ. Ι. , Στοιχεία Ανατομικής του Ανθρώπου, 2002
-Κούτρας Γ. , Μαυρομούστακος Σ. , Μέτρηση της Κινητικότητας των αρθρώσεων, Β’ Έκδοση, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1996